Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inútil
01
άχρηστος, αχρείαστος
que no tiene eficacia, valor o utilidad; que no sirve para nada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inútil
συγκριτικός βαθμός
más inútil
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inútil
αρσενικό πληθυντικό
inútiles
θηλυκό ενικό
inútil
θηλυκό πληθυντικό
inútiles
Παραδείγματα
Es inútil esconder la verdad.
Είναι άχρηστο να κρύβεις την αλήθεια.



























