Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
investigar
01
διερευνώ, ερευνώ
estudiar algo de forma sistemática para descubrir nuevos datos o hechos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
investigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
investiga
ενεστώτα μετοχή
investigando
απλός αόριστος
investigué
παθητική μετοχή
investigado
Παραδείγματα
La universidad invierte mucho dinero en investigar.
Το πανεπιστήμιο επενδύει πολλά χρήματα στην έρευνα.
02
διερευνώ
realizar una indagación sistemática para descubrir y examinar los hechos de un asunto
Παραδείγματα
La fiscalía investiga si hubo obstrucción a la justicia.
Η εισαγγελία διερευνά αν υπήρξε παρεμπόδιση της δικαιοσύνης.



























