Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
descubrir
[past form: descubrí][present form: descubro]
01
ανακαλύπτω, βρίσκω
encontrar algo que estaba oculto o desconocido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
descubro
γ΄ ενικό πρόσωπο
descubre
ενεστώτα μετοχή
descubriendo
απλός αόριστος
descubrí
παθητική μετοχή
descubierto
Παραδείγματα
Descubrieron restos antiguos bajo la ciudad.
Ανακάλυψαν αρχαία κατάλοιπα κάτω από την πόλη.



























