Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
continuar
01
συνεχίζω
seguir haciendo algo o que algo siga sucediendo sin interrupción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
continúo
γ΄ ενικό πρόσωπο
continúa
ενεστώτα μετοχή
continuando
απλός αόριστος
continué
παθητική μετοχή
continuado
Παραδείγματα
La lluvia continuó durante toda la noche.
Η βροχή συνέχισε όλη τη νύχτα.
02
συνεχίζω
seguir adelante con una investigación, indagación o proceso legal de manera activa y diligente
Παραδείγματα
A pesar de las pistas falsas, el detective continuó la investigación.
Παρά τα ψεύτικα στοιχεία, ο ντετέκτιβ συνέχισε την έρευνα.



























