Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
continuar
01
συνεχίζω
seguir haciendo algo o que algo siga sucediendo sin interrupción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
continúo
γ΄ ενικό πρόσωπο
continúa
ενεστώτα μετοχή
continuando
απλός αόριστος
continué
παθητική μετοχή
continuado
Παραδείγματα
¿ Desea continuar con la instalación?
Συνέχεια της εγκατάστασης ;
02
συνεχίζω
seguir adelante con una investigación, indagación o proceso legal de manera activa y diligente
Παραδείγματα
La fiscalía decidió continuar la investigación tras encontrar nuevas pruebas.
Η εισαγγελία αποφάσισε να συνεχίσει την έρευνα μετά την εύρεση νέων αποδεικτικών στοιχείων.



























