Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marchar
[past form: me marché][present form: me marcho]
01
φεύγω, αφήνω
irse de un lugar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
marcho
γ΄ ενικό πρόσωπο
marcha
ενεστώτα μετοχή
marchando
απλός αόριστος
me marché
παθητική μετοχή
marchado
Παραδείγματα
Nos marchamos antes de que empezara la tormenta.
Φύγαμε πριν αρχίσει η καταιγίδα.



























