Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enfermar
[past form: enfermé][present form: enfermo]
01
αρρωσταίνω
ponerse enfermo o adquirir una enfermedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
enfermo
γ΄ ενικό πρόσωπο
enferma
ενεστώτα μετοχή
enfermando
απλός αόριστος
enfermé
παθητική μετοχή
enfermado
Παραδείγματα
No quiero enfermarme antes del examen.
Δεν θέλω να αρρωστήσω πριν από τις εξετάσεις.



























