enfermar
en
en
en
fer
feɾ
fer
mar
ˈmaɾ
mar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "enfermar"στα ισπανικά

enfermar
01

αρρωσταίνω

ponerse enfermo o adquirir una enfermedad 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
enfermo
γ΄ ενικό πρόσωπο
enferma
ενεστώτα μετοχή
enfermando
απλός αόριστος
enfermé
παθητική μετοχή
enfermado
Παραδείγματα
Me enfermé después de comer comida fría. 

Αρρώστησα αφού έφαγα κρύο φαγητό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store