Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enfermar
01
αρρωσταίνω
ponerse enfermo o adquirir una enfermedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
enfermo
γ΄ ενικό πρόσωπο
enferma
ενεστώτα μετοχή
enfermando
απλός αόριστος
enfermé
παθητική μετοχή
enfermado
Παραδείγματα
Me enfermé después de comer comida fría.
Αρρώστησα αφού έφαγα κρύο φαγητό.



























