enfermar
Pronunciation
/ˌɛmfɛɾmˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "enfermar"στα ισπανικά

enfermar
[past form: enfermé][present form: enfermo]
01

αρρωσταίνω

ponerse enfermo o adquirir una enfermedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
enfermo
γ΄ ενικό πρόσωπο
enferma
ενεστώτα μετοχή
enfermando
απλός αόριστος
enfermé
παθητική μετοχή
enfermado
Παραδείγματα
No quiero enfermarme antes del examen.
Δεν θέλω να αρρωστήσω πριν από τις εξετάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store