Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tecnología
[gender: feminine]
01
τεχνολογία
conjunto de conocimientos, técnicas y herramientas usadas para crear, desarrollar o mejorar productos y procesos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tecnologías
Παραδείγματα
La educación incorpora tecnología en las aulas.
Η εκπαίδευση ενσωματώνει την τεχνολογία στις αίθουσες διδασκαλίας.



























