Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tecnología
01
τεχνολογία
conjunto de conocimientos, técnicas y herramientas usadas para crear, desarrollar o mejorar productos y procesos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tecnologías
Παραδείγματα
La tecnología moderna facilita la comunicación.
Η σύγχρονη τεχνολογία διευκολύνει την επικοινωνία.



























