Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exótico
01
εξωτικός, خاص، بیگانه
que es extraño o poco común por su origen, apariencia o características
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más exótico
συγκριτικός βαθμός
más exótico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exótico
αρσενικό πληθυντικό
exóticos
θηλυκό ενικό
exótica
θηλυκό πληθυντικό
exóticas
Παραδείγματα
Claudia y Miguel quieren ir de luna de miel a un lugar exótico y misterioso.



























