el aventurero
Pronunciation
/ˌaβɛntuɾˈɛɾɔ/

Ορισμός και σημασία του "aventurero"στα ισπανικά

01

περιπετειώδης, εξερευνητής

persona que busca experiencias nuevas, riesgosas o emocionantes
el aventurero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aventureros
Παραδείγματα
La vida de un aventurero está llena de riesgos y sorpresas.
Η ζωή ενός περιπετειώδη είναι γεμάτη κινδύνους και εκπλήξεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store