Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
felicitar
01
συγχαίρω
expresar alegría o buenos deseos a alguien por un logro, cumpleaños u ocasión especial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
felicito
γ΄ ενικό πρόσωπο
felicita
ενεστώτα μετοχή
felicitando
απλός αόριστος
felicité
παθητική μετοχή
felicitado
Παραδείγματα
Felicité a mi amigo por su ascenso en el trabajo.
Συγχαρητήρια στον φίλο μου για την προαγωγή του στη δουλειά.



























