Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
menor
01
μικρότερος
de tamaño, edad o importancia más pequeño
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
menor
αρσενικό πληθυντικό
menores
θηλυκό ενικό
menor
θηλυκό πληθυντικό
menores
Παραδείγματα
Prefiere usar una taza menor para el té.
Προτιμά να χρησιμοποιεί ένα μικρότερο φλιτζάνι για το τσάι.
El menor
01
ανήλικος
persona que no ha alcanzado la edad legal de mayoría
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
menores
Παραδείγματα
Los menores tienen acceso a programas educativos especiales.
Ανήλικοι έχουν πρόσβαση σε ειδικά εκπαιδευτικά προγράμματα.



























