Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
salvar
[past form: salvé][present form: salvo]
01
σώζω
proteger o rescatar a alguien o algo de peligro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
salvo
γ΄ ενικό πρόσωπο
salva
ενεστώτα μετοχή
salvando
απλός αόριστος
salvé
παθητική μετοχή
salvado,salvo
Παραδείγματα
El héroe salvó a los niños del accidente.
Ο ήρωας έσωσε τα παιδιά από το ατύχημα.



























