Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
antiguo
01
παλιός, αρχαίος
que tiene muchos años o pertenece a un tiempo pasado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más antiguo
συγκριτικός βαθμός
más antiguo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
antiguo
αρσενικό πληθυντικό
antiguos
θηλυκό ενικό
antigua
θηλυκό πληθυντικό
antiguas
Παραδείγματα
Vivimos en un barrio con calles antiguas.
Ζούμε σε μια γειτονιά με παλιούς δρόμους.
02
αρχαίος, παλαιός
que pertenece a una época muy pasada
Παραδείγματα
Encontraron un manuscrito antiguo.
Βρήκαν ένα αρχαίο χειρόγραφο.
03
ξεπερασμένος, απαρχαιωμένος
que ha pasado de moda o ya no se usa habitualmente
Παραδείγματα
Las ideas antiguas impiden el progreso.
Οι παλιές ιδέες εμποδίζουν την πρόοδο.



























