Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contestar
01
απαντώ
dar respuesta a algo que alguien pregunta o dice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
contesto
γ΄ ενικό πρόσωπο
contesta
ενεστώτα μετοχή
contestando
απλός αόριστος
contesté
παθητική μετοχή
contestado
Παραδείγματα
No contestó a mis llamadas.
Δεν απάντησε στις κλήσεις μου.



























