Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fase
01
φάση
etapa o periodo dentro de un proceso o desarrollo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fases
Παραδείγματα
Estamos en la primera fase del proyecto.
Βρισκόμαστε στην πρώτη φάση του έργου.



























