Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El retoque
[gender: masculine]
01
ρετούς, διόρθωση
modificación pequeña para mejorar una imagen, fotografía o video
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
retoques
Παραδείγματα
Cada retoque mejora la calidad de la imagen.
Λεξικό Δέντρο
retoque
toque



























