el maquillador
ma
ma
μα
qui
ki
κι
lla
ʎa
λια
dor
ˈðoɾ
δορ
despertadorconstructordefraudadorperturbador

Ορισμός και σημασία του "maquillador"στα ισπανικά

El maquillador
01

μακιγιέζ, καλλιτέχνης μακιγιάζ

persona que aplica maquillaje en actores o artistas 
el maquillador definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
maquilladores
αρσενικό ενικό
maquillador
θηλυκό ενικό
maquilladora
neutral form
maquillador/a
Παραδείγματα
El maquillador preparó a los actores antes del espectáculo. 

Ο μακιγιέρ προετοίμασε τους ηθοποιούς πριν από την παράσταση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store