el argumento
ar
αρ
gu
ɣu
γου
men
ˈmen
μεν
to
to
το
armamento

Ορισμός και σημασία του "argumento"στα ισπανικά

01

επιχείρημα

razón o conjunto de razones que se usan para demostrar o justificar algo 
el argumento definition and meaning
Παραδείγματα
Necesito un argumento sólido para defender mi opinión. 

Χρειάζομαι ένα επιχείρημα που να στηρίζει την άποψή μου.

02

πλοκή, υπόθεση

conjunto de hechos o acciones que forman la historia de una obra literaria, película o drama 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
argumentos
Παραδείγματα
El argumento de la novela es muy emocionante. 

Η πλοκή του μυθιστορήματος είναι πολύ συναρπαστική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store