Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La diversidad
01
ποικιλότητα, πολυποίκιλοτητα
variedad o multiplicidad de cosas o personas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La diversidad cultural en la ciudad es enorme.



























