simultáneo
Pronunciation
/sˌimultˈaneo/

Ορισμός και σημασία του "simultáneo"στα ισπανικά

simultáneo
01

ταυτόχρονος

que ocurre o existe al mismo tiempo que otra cosa
simultáneo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
simultáneo
αρσενικό πληθυντικό
simultáneos
θηλυκό ενικό
simultánea
θηλυκό πληθυντικό
simultáneas
Παραδείγματα
Los aplausos fueron simultáneos en todo el teatro.
Τα χειροκροτήματα ήταν ταυτόχρονα σε όλο το θέατρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store