psicológico
psi
psi
psi
coló
kolo
kolo
gi
ˈxi
khi
co
ko
ko
neurológicomitológicopatológicozoológico

Ορισμός και σημασία του "psicológico"στα ισπανικά

psicológico
01

ψυχολογικός, νοητικός

relativo a la mente, los pensamientos o las emociones de una persona 
psicológico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
psicológico
αρσενικό πληθυντικό
psicológicos
θηλυκό ενικό
psicológica
θηλυκό πληθυντικό
psicológicas
Παραδείγματα
La terapia ayuda a superar problemas psicológicos. 

Η θεραπεία βοηθά στην υπέρβαση ψυχολογικών προβλημάτων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store