el predominio
pre
pɾe
pre
do
ðo
dho
min
ˈmin
min
io
jo
yo
latrocinioprotactiniogadolinioaluminio

Ορισμός και σημασία του "predominio"στα ισπανικά

01

υπεροχή, επικράτηση

superioridad o control de una persona, grupo o cosa sobre otras 
el predominio definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
predominios
Παραδείγματα
Hay un predominio de mujeres en esta profesión. 

Υπάρχει προτεραιότητα γυναικών σε αυτό το επάγγελμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store