Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La imitación
01
μιμήση, αντίγραφο
copia o reproducción de algo real, que no es auténtico
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
imitaciones
Παραδείγματα
La tienda vende gafas de imitación de marcas famosas.
Το κατάστημα πουλάει γυαλιά μιμήσεως διάσημων μαρκών.



























