Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La herramienta
[gender: feminine]
01
εργαλείο
objeto que se usa para realizar un trabajo o tarea específica
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
herramientas
Παραδείγματα
El martillo es una herramienta básica de construcción.
Το σφυρί είναι ένα βασικό εργαλείο κατασκευής.



























