Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
simbólico
01
συμβολικός
que representa o significa algo de manera figurada o como símbolo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
simbólico
αρσενικό πληθυντικό
simbólicos
θηλυκό ενικό
simbólica
θηλυκό πληθυντικό
simbólicas
Παραδείγματα
El anillo tiene un valor simbólico muy importante.
Το δαχτυλίδι έχει μια πολύ σημαντική συμβολική αξία.



























