Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
simbólico
01
συμβολικός
que representa o significa algo de manera figurada o como símbolo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
simbólico
αρσενικό πληθυντικό
simbólicos
θηλυκό ενικό
simbólica
θηλυκό πληθυντικό
simbólicas
Παραδείγματα
Su pintura es muy simbólica y profunda.
Ο πίνακας του είναι πολύ συμβολικός και βαθύς.



























