Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El trazo
01
γραμμή, πινελιά
línea o marca que se hace al dibujar o escribir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trazos
Παραδείγματα
Cada trazo refleja la personalidad del dibujante.



























