Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La temática
01
θεματική, θέμα
asunto o idea principal de algo, como un libro, película o exposición
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
temáticas
Παραδείγματα
El museo organiza exposiciones con temáticas variadas.
Το μουσείο οργανώνει εκθέσεις με διάφορα θέματα.



























