heterogéneo
he
e
e
te
te
te
rogé
ˈɾoxe
rokhe
neo
neo
neo
homogéneo

Ορισμός και σημασία του "heterogéneo"στα ισπανικά

heterogéneo
01

ετερογενής

formado por elementos diferentes o variados 
heterogéneo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más heterogéneo
συγκριτικός βαθμός
más heterogéneo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
heterogéneo
αρσενικό πληθυντικό
heterogéneos
θηλυκό ενικό
heterogénea
θηλυκό πληθυντικό
heterogéneas
Παραδείγματα
La clase es muy heterogénea; hay estudiantes de muchas edades. 

Η τάξη είναι πολύ ετερογενής· υπάρχουν φοιτητές πολλών ηλικιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store