Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heterogéneo
01
ετερογενής
formado por elementos diferentes o variados
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más heterogéneo
συγκριτικός βαθμός
más heterogéneo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
heterogéneo
αρσενικό πληθυντικό
heterogéneos
θηλυκό ενικό
heterogénea
θηλυκό πληθυντικό
heterogéneas
Παραδείγματα
La muestra de estudiantes es heterogénea en nivel académico.
Το δείγμα των φοιτητών είναι ετερογενές σε ακαδημαϊκό επίπεδο.



























