Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
artístico
01
καλλιτεχνικός
relacionado con el arte o con la creación de obras de arte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
artístico
αρσενικό πληθυντικό
artísticos
θηλυκό ενικό
artística
θηλυκό πληθυντικό
artísticas
Παραδείγματα
La exposición mostraba obras muy artísticas y originales.
Η έκθεση παρουσίαζε έργα πολύ καλλιτεχνικά και πρωτότυπα.



























