el privilegio
pri
pɾi
pri
vi
βi
bi
leg
ˈlex
lekh
io
jo
yo
colegio

Ορισμός και σημασία του "privilegio"στα ισπανικά

01

προνόμιο, πλεονέκτημα

ventaja o derecho especial que alguien tiene 
el privilegio definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
privilegios
Παραδείγματα
Tener acceso a la educación es un privilegio. 

Η πρόσβαση στην εκπαίδευση είναι ένα προνόμιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store