la impresión
imp
imp
imp
re
ɾe
re
sión
ˈsjon
syon
imprecisiónimpulsión

Ορισμός και σημασία του "impresión"στα ισπανικά

01

εντύπωση, αίσθηση

efecto o sensación que algo o alguien causa en una persona 
la impresión definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
impresiones
Παραδείγματα
Su presentación causó una buena impresión en el jurado. 

Η παρουσίασή του έκανε καλή εντύπωση στην κριτική επιτροπή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store