Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El equipo
01
ομάδα
grupo de personas que trabajan o compiten juntas para un objetivo común
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
equipos
Παραδείγματα
El equipo visitante llegó al estadio temprano.
Η ομάδα των επισκεπτών έφτασε νωρίς στο στάδιο.
02
εξοπλισμός, εξάρτημα
conjunto de objetos o instrumentos necesarios para realizar una actividad
Παραδείγματα
El equipo médico debe mantenerse limpio.
Ο εξοπλισμός ιατρικός πρέπει να διατηρείται καθαρός.



























