Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El puesto
[gender: masculine]
01
θέση
lugar o posición que ocupa alguien o algo en un empresa o organización
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
puestos
Παραδείγματα
Muchos aspirantes solicitaron el puesto disponible.
puesto
01
καλά ντυμένος, κομψά ντυμένος
que está vestido de manera elegante o adecuada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más puesto
συγκριτικός βαθμός
más puesto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
puesto
αρσενικό πληθυντικό
puestos
θηλυκό ενικό
puesta
θηλυκό πληθυντικό
puestas
Παραδείγματα
Ellos siempre se ven puestos para las fotos familiares.
Φαίνονται πάντα καλοντυμένοι για τις οικογενειακές φωτογραφίες.



























