Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El puesto
01
θέση
lugar o posición que ocupa alguien o algo en un empresa o organización
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
puestos
Παραδείγματα
Fue designado para un puesto de poder.
puesto
01
καλά ντυμένος, κομψά ντυμένος
que está vestido de manera elegante o adecuada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más puesto
συγκριτικός βαθμός
más puesto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
puesto
αρσενικό πληθυντικό
puestos
θηλυκό ενικό
puesta
θηλυκό πληθυντικό
puestas
Παραδείγματα
Juan siempre está muy puesto para las reuniones importantes.
Ο Χουάν είναι πάντα πολύ καλά ντυμένος για τις σημαντικές συναντήσεις.



























