Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disputar
01
ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι
tener lugar una competición o enfrentamiento entre personas o equipos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
disputo
γ΄ ενικό πρόσωπο
disputa
ενεστώτα μετοχή
disputando
απλός αόριστος
me disputé
παθητική μετοχή
disputado
Παραδείγματα
La medalla de oro se disputa con mucha emoción.
Το χρυσό μετάλλιο αγωνίζεται με μεγάλο συναίσθημα.
LanGeek



























