disputar
Pronunciation
/dˌisputˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "disputar"στα ισπανικά

disputar
01

ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι

tener lugar una competición o enfrentamiento entre personas o equipos
disputar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
disputo
γ΄ ενικό πρόσωπο
disputa
ενεστώτα μετοχή
disputando
απλός αόριστος
me disputé
παθητική μετοχή
disputado
Παραδείγματα
Los equipos se disputan el pase a la final.
Οι ομάδες ανταγωνίζονται για τη συμμετοχή στον τελικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store