Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disputar
01
ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι
tener lugar una competición o enfrentamiento entre personas o equipos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
disputo
γ΄ ενικό πρόσωπο
disputa
ενεστώτα μετοχή
disputando
απλός αόριστος
me disputé
παθητική μετοχή
disputado
Παραδείγματα
Los equipos se disputan el pase a la final.
Οι ομάδες ανταγωνίζονται για τη συμμετοχή στον τελικό.



























