Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lesionar
[past form: lesioné][present form: lesiono]
01
τραυματίζομαι
hacerse daño en el cuerpo, especialmente por un golpe o accidente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
lesiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
lesiona
ενεστώτα μετοχή
lesionando
απλός αόριστος
lesioné
παθητική μετοχή
lesionado
Παραδείγματα
Si te lesionas, debes ir al médico.
Αν τραυματιστείς, πρέπει να πας στο γιατρό.



























