lesionar
les
les
les
io
jo
yo
nar
ˈnaɾ
nar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "lesionar"στα ισπανικά

lesionar
01

τραυματίζομαι

hacerse daño en el cuerpo, especialmente por un golpe o accidente 
lesionar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
lesiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
lesiona
ενεστώτα μετοχή
lesionando
απλός αόριστος
lesioné
παθητική μετοχή
lesionado
Παραδείγματα
El jugador se lesionó durante el partido. 

Ο παίκτης τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store