apostar
a
a
a
pos
pos
pos
tar
ˈtaɾ
tar
acostaraportar

Ορισμός και σημασία του "apostar"στα ισπανικά

apostar
01

στοιχηματίζω, ποντάρω

arriesgar dinero o algo en un juego o evento esperando ganar más 
apostar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
apuesto
γ΄ ενικό πρόσωπο
apuesta
ενεστώτα μετοχή
apostando
απλός αόριστος
aposté
παθητική μετοχή
apostado
Παραδείγματα
Voy a apostar cinco euros en el partido de fútbol. 

Πρόκειται να στοιχηματίσω πέντε ευρώ στον αγώνα ποδοσφαίρου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store