Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apostar
[past form: aposté][present form: apuesto]
01
στοιχηματίζω, ποντάρω
arriesgar dinero o algo en un juego o evento esperando ganar más
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
apuesto
γ΄ ενικό πρόσωπο
apuesta
ενεστώτα μετοχή
apostando
απλός αόριστος
aposté
παθητική μετοχή
apostado
Παραδείγματα
Los jugadores apostaron mucho en el casino.
Οι παίκτες στοίχησαν πολλά στο καζίνο.



























