barajar
ba
ba
ba
ra
ɾa
ra
jar
ˈxaɾ
khar
bajar

Ορισμός και σημασία του "barajar"στα ισπανικά

barajar
01

ανακατεύω

mezclar las cartas antes de repartirlas 
barajar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
barajo
γ΄ ενικό πρόσωπο
baraja
ενεστώτα μετοχή
barajando
απλός αόριστος
barajé
παθητική μετοχή
barajado
Παραδείγματα
Voy a barajar las cartas antes de empezar el juego. 

Πρόκειται να ανακατέψω τις κάρτες πριν ξεκινήσω το παιχνίδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store