Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
barajar
01
ανακατεύω
mezclar las cartas antes de repartirlas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
barajo
γ΄ ενικό πρόσωπο
baraja
ενεστώτα μετοχή
barajando
απλός αόριστος
barajé
παθητική μετοχή
barajado
Παραδείγματα
Voy a barajar las cartas antes de empezar el juego.
Πρόκειται να ανακατέψω τις κάρτες πριν ξεκινήσω το παιχνίδι.



























