Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
premiar
01
ανταμείβω
dar un premio a alguien por un mérito o logro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
premio
γ΄ ενικό πρόσωπο
premia
ενεστώτα μετοχή
premiando
απλός αόριστος
premié
παθητική μετοχή
premiado
Παραδείγματα
Ellos premian en diferentes categorías del festival.
Αυτοί βραβεύουν σε διαφορετικές κατηγορίες του φεστιβάλ.



























