Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inflar
01
φουσκώνω, γεμίζω με αέρα
aumentar de tamaño con aire o gas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
inflo
γ΄ ενικό πρόσωπο
infla
ενεστώτα μετοχή
inflando
απλός αόριστος
inflé
παθητική μετοχή
inflado
Παραδείγματα
Voy a inflar el globo para la fiesta.
Πρόκειται να φουσκώσω το μπαλόνι για το πάρτι.



























