inflar
inf
ˈinf
inf
lar
laɾ
lar
inflamar

Ορισμός και σημασία του "inflar"στα ισπανικά

inflar
01

φουσκώνω, γεμίζω με αέρα

aumentar de tamaño con aire o gas 
inflar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
inflo
γ΄ ενικό πρόσωπο
infla
ενεστώτα μετοχή
inflando
απλός αόριστος
inflé
παθητική μετοχή
inflado
Παραδείγματα
Voy a inflar el globo para la fiesta. 

Πρόκειται να φουσκώσω το μπαλόνι για το πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store