Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inflar
01
φουσκώνω, γεμίζω με αέρα
aumentar de tamaño con aire o gas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
inflo
γ΄ ενικό πρόσωπο
infla
ενεστώτα μετοχή
inflando
απλός αόριστος
inflé
παθητική μετοχή
inflado
Παραδείγματα
¿ Puedes ayudarme a inflar las ruedas de la bicicleta?
Μπορείς να με βοηθήσεις να φουσκώσω τα λάστιχα του ποδηλάτου ;



























