inflar
Pronunciation
/imflˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "inflar"στα ισπανικά

inflar
01

φουσκώνω, γεμίζω με αέρα

aumentar de tamaño con aire o gas
inflar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
inflo
γ΄ ενικό πρόσωπο
infla
ενεστώτα μετοχή
inflando
απλός αόριστος
inflé
παθητική μετοχή
inflado
Παραδείγματα
¿ Puedes ayudarme a inflar las ruedas de la bicicleta?
Μπορείς να με βοηθήσεις να φουσκώσω τα λάστιχα του ποδηλάτου ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store