Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
expandir
01
επεκτείνω, διευρύνω
aumentar de tamaño o volumen por sí mismo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
expando
γ΄ ενικό πρόσωπο
expande
ενεστώτα μετοχή
expandiendo
απλός αόριστος
me expandí
παθητική μετοχή
expandido
Παραδείγματα
El globo se expandió rápidamente en el aire.
Το μπαλόνι διευρύνθηκε γρήγορα στον αέρα.
02
hacer que algo aumente en tamaño, extensión o alcance
Παραδείγματα
La empresa planea expandir sus servicios.



























