Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
expandir
01
επεκτείνω, διευρύνω
aumentar de tamaño o volumen por sí mismo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
expando
γ΄ ενικό πρόσωπο
expande
ενεστώτα μετοχή
expandiendo
απλός αόριστος
me expandí
παθητική μετοχή
expandido
Παραδείγματα
La madera se expande con la humedad.
Το ξύλο διαστέλλεται με την υγρασία.



























