la lentitud
len
len
λεν
ti
ti
τι
tud
ˈtuð
τουδ
plenitudlongitudjuventudactitud

Ορισμός και σημασία του "lentitud"στα ισπανικά

01

βραδύτητα, βραδύτητα

cualidad de ser lento 
la lentitud definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La lentitud del tráfico causó un gran retraso. 

Η βραδύτητα της κυκλοφορίας προκάλεσε μεγάλη καθυστέρηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store