Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cómputo
01
υπολογισμός, καταμέτρηση
acción de calcular o contar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cómputos
Παραδείγματα
El cómputo de los votos tomó varias horas.
Η καταμέτρηση των ψήφων διήρκησε αρκετές ώρες.



























