el cómputo
cóm
ˈkom
kom
pu
pu
poo
to
to
to

Ορισμός και σημασία του "cómputo"στα ισπανικά

01

υπολογισμός, καταμέτρηση

acción de calcular o contar 
el cómputo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cómputos
Παραδείγματα
El cómputo de los votos tomó varias horas. 

Η καταμέτρηση των ψήφων διήρκησε αρκετές ώρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store