Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La hipótesis
[gender: feminine]
01
υπόθεση
idea o suposición que se hace para explicar algo y que se puede comprobar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
hipótesis
Παραδείγματα
En ciencia, la hipótesis es el primer paso para el estudio.
Στην επιστήμη, η υπόθεση είναι το πρώτο βήμα για τη μελέτη.



























