Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vertical
01
κάθετος
que está en posición perpendicular al suelo o a una línea horizontal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más vertical
συγκριτικός βαθμός
más vertical
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vertical
αρσενικό πληθυντικό
verticales
θηλυκό ενικό
vertical
θηλυκό πληθυντικό
verticales
Παραδείγματα
La pared tiene una grieta vertical.
Ο τοίχος έχει μια κάθετη ρωγμή.
Λεξικό Δέντρο
vertical
vertic



























