Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vertical
01
κάθετος
que está en posición perpendicular al suelo o a una línea horizontal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más vertical
συγκριτικός βαθμός
más vertical
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vertical
αρσενικό πληθυντικό
verticales
θηλυκό ενικό
vertical
θηλυκό πληθυντικό
verticales
θεματικό πεδίο
geometría, orientación, dibujo
Παραδείγματα
Dibuja una línea vertical en el papel.
Σχεδιάστε μια κάθετη γραμμή στο χαρτί.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
vertical
vertic



























