creciente
Pronunciation
/kɾeθjˈɛnte/

Ορισμός και σημασία του "creciente"στα ισπανικά

01

αυξανόμενος

que aumenta o crece progresivamente
creciente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más creciente
συγκριτικός βαθμός
más creciente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
creciente
αρσενικό πληθυντικό
crecientes
θηλυκό ενικό
creciente
θηλυκό πληθυντικό
crecientes
Παραδείγματα
La preocupación por la salud mental es creciente.
Η ανησυχία για την ψυχική υγεία είναι αυξανόμενη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store