alterar
al
al
al
te
te
te
rar
ˈɾaɾ
rar
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "alterar"στα ισπανικά

alterar
01

διαταράσσω, αλλάζω

cambiar o modificar algo causando desorden o problema 
alterar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
altero
γ΄ ενικό πρόσωπο
altera
ενεστώτα μετοχή
alterando
απλός αόριστος
alteré
παθητική μετοχή
alterado
Παραδείγματα
El ruido puede alterar el sueño de las personas. 

Ο θόρυβος μπορεί να διαταράξει τον ύπνο των ανθρώπων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store