Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alterar
01
διαταράσσω, αλλάζω
cambiar o modificar algo causando desorden o problema
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
altero
γ΄ ενικό πρόσωπο
altera
ενεστώτα μετοχή
alterando
απλός αόριστος
alteré
παθητική μετοχή
alterado
Παραδείγματα
El ruido puede alterar el sueño de las personas.
Ο θόρυβος μπορεί να διαταράξει τον ύπνο των ανθρώπων.



























