alterar
Pronunciation
/ˌaltɛɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "alterar"στα ισπανικά

alterar
01

διαταράσσω, αλλάζω

cambiar o modificar algo causando desorden o problema
alterar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
altero
γ΄ ενικό πρόσωπο
altera
ενεστώτα μετοχή
alterando
απλός αόριστος
alteré
παθητική μετοχή
alterado
Παραδείγματα
El estrés puede alterar el sistema inmunológico.
Το στρες μπορεί να διαταράξει το ανοσοποιητικό σύστημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store