Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alterar
01
διαταράσσω, αλλάζω
cambiar o modificar algo causando desorden o problema
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
altero
γ΄ ενικό πρόσωπο
altera
ενεστώτα μετοχή
alterando
απλός αόριστος
alteré
παθητική μετοχή
alterado
Παραδείγματα
El estrés puede alterar el sistema inmunológico.
Το στρες μπορεί να διαταράξει το ανοσοποιητικό σύστημα.



























