forestal
Pronunciation
/fˌɔɾɛstˈal/

Ορισμός και σημασία του "forestal"στα ισπανικά

01

δασικός, δασικός

relacionado con el bosque o los árboles
forestal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
forestal
αρσενικό πληθυντικό
forestales
θηλυκό ενικό
forestal
θηλυκό πληθυντικό
forestales
Παραδείγματα
Los recursos forestales renovables ayudan a reducir la contaminación.
Οι ανανεώσιμοι δασικοί πόροι βοηθούν στη μείωση της ρύπανσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store