Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
forestal
01
δασικός, δασικός
relacionado con el bosque o los árboles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
forestal
αρσενικό πληθυντικό
forestales
θηλυκό ενικό
forestal
θηλυκό πληθυντικό
forestales
Παραδείγματα
Los recursos forestales renovables ayudan a reducir la contaminación.
Οι ανανεώσιμοι δασικοί πόροι βοηθούν στη μείωση της ρύπανσης.



























