Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verter
[past form: vertí][present form: vierto]
01
χύνω
echar un líquido o sustancia de un recipiente a otro lugar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
vierto
γ΄ ενικό πρόσωπο
vierte
ενεστώτα μετοχή
vertiendo
απλός αόριστος
vertí
παθητική μετοχή
vertido
Παραδείγματα
Vertieron pintura en la pared para renovarla.
Έχυσαν χρώμα στον τοίχο για να τον ανανεώσουν.



























