Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La radiación
[gender: feminine]
01
ακτινοβολία, ακτινοπροβολή
emisión de energía en forma de ondas o partículas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La radiación térmica calienta los objetos que recibe.
Η θερμική ακτινοβολία θερμαίνει τα αντικείμενα που φτάνει.



























