Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La superpoblación
[gender: feminine]
01
υπερπληθυσμός, υπερβολικός πληθυσμός
exceso de población en un lugar
Παραδείγματα
La superpoblación puede llevar a conflictos sociales.
Η υπερπληθυσμός μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνικές συγκρούσεις.



























